Το γεφύρι με την αιματηρή ιστορία. Κοντά στα τέλη του 16ου αιώνα, στο χωριό του Άγιου Μηνά, δύο από τις μεγαλύτερες οικογένειες του χωριού συγκρούστηκαν με τραγικές συνέπειες. Η κόρη της οικογένειας Γεραίνη, ντυμένη νύφη, ξεκίνησε με τα πόδια να συναντήσει τον μέλλοντα σύζυγό της. Ο συγχωριανός της, Σταμάτης, μαζί με μέλη της δικής του οικογένειας, έστησε ενέδρα στη νυφική πομπή, καθώς δεν επιθυμούσε αυτόν τον γάμο. Στην αιφνιδιαστική επίθεση σκοτώθηκαν ο Γεραίνης, η γυναίκα του και δύο ξαδέλφια του. Το γεγονός έγινε θρύλος και ο θρύλος έγινε τραγούδι. Ακολούθησε βεντέτα και οι κάτοικοι του χωριού, τελικά, δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη συνεχή εμπόλεμη κατάσταση και εγκατέλειψαν το χωριό τους οριστικά. Το γεφύρι κατέρρευσε στις αρχές του 19ου αιώνα και στη θέση του κατασκευάστηκε το γεφύρι που σώζεται μέχρι σήμερα.
Βρίσκεται στον Βοϊδομάτη και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα πέτρινα τρίτοξα γεφύρια. Ονομάστηκε «Καλογερικό» λόγω της χορηγίας του ηγούμενου Σεραφείμ, ο οποίος το 1748 αντικατέστησε την αρχική ξύλινη κατασκευή με πέτρινη, προσδίδοντάς του μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η δεύτερη ονομασία του, «Πλακίδα», προήλθε από την επισκευή που πραγματοποίησαν το 1863 οι Αλέξης και Ανδρέας Πλακίδας. Το γεφύρι αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της περιοχής, αναδεικνύοντας τόσο την αρχιτεκτονική παράδοση του Ζαγορίου όσο και την προσφορά των ντόπιων ευεργετών.
Πρόκειται για ένα μονότοξο γεφύρι, καλά διατηρημένο, με δύο πλαϊνές αντηρίδες για υποστήριξη. Ο μάστορας του αξιοποίησε έξυπνα το σημείο όπου στένευε ο ποταμός, ελαφρώς παρακάμπτοντας την ευθεία πορεία του δρόμου και κατασκευάζοντας καλντερίμια παράλληλα με την κοίτη, που οδηγούν στην κορυφή του γεφυριού. Το γεφύρι ανεγέρθηκε αρχικά το 1750 με τη χρηματοδότηση του Νούτσου Κοντοδήμου από το Βραδέτο και ανακατασκευάστηκε το 1768 από τον Καπεσοβίτη Νούτσο Καραμεσίνη. Αρχικά ονομαζόταν και «γιοφύρι του κυρ-Αλέξη», καθώς επισκευάστηκε αργότερα από τον γιο του, Αλέξη Νούτσο. Το 1910 υπέστη σημαντικές ζημιές και ανακαινίστηκε με τη συνεισφορά των γύρω χωριών, του οθωμανικού δημοσίου, και του μυλωνά Γρηγόρη Κόκκορου, από τον οποίο προήλθε και η δεύτερη ονομασία του γεφυριού, χάρη στη φροντίδα και τις επισκευές που έκανε κατά διαστήματα.